Η κασέτα χρησιμοποιήθηκε τις δεκαετίες του '70 και '80 ως ένα εύχρηστο μέσο αντιγραφής, επανάσταση για την εποχή της. Μέσα σε 60 κυβικά εκατοστά χώρο μπορεί να φυλάξει μέχρι και μιάμιση ώρα μουσικής. Χρησιμοποιήθηκε ως μέσο καταγραφής σχεδόν από όλους τους μουσικούς εκείνων των δεκαετιών σε διάφορα στούντιο χώρους συναυλιών όπως και σε ερασιτεχνικές οικιακές εκτελέσεις.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την κασσέτα με τα ανέκδοτα τραγούδια του Γιάννη που βρέθηκε κάπου στα σκοτεινά νερά της Μεσογείου στο σημείο που ενώνεται με τον Ατλαντικό ωκεανό. Το έγραφε στο εξώφυλλο: "Ένας δίσκος που θα μπορούσε να είναι και ιπτάμενος". Το αφοπλιστικά απόλυτο νόημα αυτής της πρότασης ξεπερνούσε κατά πολύ την κυριολεκτική έννοια τη λέξης "ιπτάμενος". Ακόμα και η λέξη δίσκος φάνταζε όταν τη διάβαζε κανείς , ασήμαντη γραμμένη πάνω σε μια απλή, καθημερινή κασέτα με ηχογραφήσεις από στιγμές έμπνευσης πάνω σε μια κιθάρα.
Από την στιγμή της δημιουργίας της μπήκε εύκολα παντού. Σε ράφια, βιβλιοθήκες, συρτάρια, τσάντες και τσέπες παντελονιών και σηματοδότησε την ελευθερία της διακίνησης της μουσικής σε μορφή πληροφορίας, στο χώρο. Σε σχολές χορού, θέατρα , φροντιστήρια, σε γιορτές, σε σχολεία ακόμα και σε δικαστήρια αποτελούσαν μια μικρή επιτάχυση των ρυθμών μετάδοσης πληροφορίας της καθημερινότητας. Το μύνημα της κασέτας ήταν πάντα σαφές επίσης: "60 min" . Ήταν γεγονός. Από τη στιγμή εκείνη μπορούσε όποιος ήθελε να μεταφέρει μαζί του μια ώρα μουσικής δικής του επιλογής. Η πληροφορία άρχισε να ρίχνει τις πρώτες δειλές γκαζιές στον παγκόσμιο αυτοκινητόρδομο της υπερκατανάλωσης. Στη συνέχεια το γουόκμαν επισφράγισε την απόλυτη ελευθερία ατομικής έκφρασης και "κίνησης" και η κασέτα ταξίδεψε στα πιο απάτητα μέρη, πολλές φορές μοναδικός σύντροφος ενός ορειβάτη σε μια κορυφή, ενός οδηγού μοτοσυκλέτας σε ατελείωτες ευθείες, μιας χορεύτριας σε ατελείωτες πρόβες στο διαμέρισμα μιας μεγαλούπολης, ενός νταλικέρη σε δύσκολα νυχτερινά ταξίδια μεταφέροντας την πραμάτια του ή ενός δρομέα μεγάλων αποστάσεων σε εκστατική αυτοσυγκέντρωση . Έγινε λοιπόν τόσο ένα εργαλείο μετάδοσης έκφρασης όσο και ένα εύχρηστο μέσο χειραφέτησης των νέων κυρίως σε μια εποχή υπέρπαραγωγής αγαθών. Κατα συνέπεια υπήρξε μια έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής της. Τυχαία ίσως, η καθημερινότητα και κουλτούρα της κασέτας αποτέλεσε μέσο απομυθοποίησης, απορρόφησης και επαναδιαπραγμάτευσης αυτής της πρωτοφανούς σε ρυθμό και ποικιλία υπερκαταναλωτικής ενέργειας που εκλύθηκε από αυτή την έκρηξη. Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται ατελείωτες ώρες με παρέες ή πάνω στο ράδιο να προσπαθούν να γράψουν μια κασέτα με επιλογές. Οι άνθρωποι είχαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να οργανώσουν ένα αυτοσχέδιο στούντιο σπίτι τους και να καταγράψουν μια επιλογή τραγουδιών. "Επιλογές".
Η κασέτα άλλαζε χέρια πάντα. Γινόταν δώρο με μια αφιέρωση ή ένα απλό μήνυμα αλλά κυρίως εκπροσωπούσε ένα παράδοξο μαγνητικό γράμμα που μπορούσε να μεταφέρει συναισθήματα σε μελωδίες ακόμα και στον ίδιο τον δημιουργό της στο μέλλον . Θα λέγαμε επίσης ότι η αναλογική μετάδοση συχνοτήτων οι οποίες μπορούν να σημαδεύσουν ένα κομμάτι του συναισθηματικού μας χώρου, είναι κυρίως η ίδιες που μπορούν να το αναγεννήσουν κάθε φορά σαν υποσυνείδητη ανάμνηση μιας αδιόρατης αίσθησης. Ήταν το καλύτερο ηχητικό φόντο στο διάβασμα ενός βιβλίου, ενός περιοδικού, ή μπορούσε να σκηνοθετήσει την κινηματογραφική αίσθηση της στιγμής σε ένα ηλιοβασίλεμα ή μια καταιγίδα. Η μαγνητοταινία της, επειδή απροειδοποίητα μπορούσε να κοπεί ανά πάσα στιγμή, όπως και να μαγνητιστεί ή να σπάσει με την ευαισθησία, θα έλεγε κανείς ,ενός ζωντανού οργανισμού, χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα για να μην χάσει την ποιότητα της. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η κασέτα παρέδωσε σταδιακά την δεκαετία του '90 την κληρονομιά της στον ψηφιακό ήχο. Συνέχισε να χρησιμοποιείται από τους σκληροπυρηνικούς κασετόφιλους, αλλά η απίστευτη ευκολία αντιγραφής, μεταφοράς και αποθήκευσης της πληροφορίας όπως και έλλειψη θορύβου των ψηφιακών μέσων, άλλαξε τον τρόπο που ακούμε μουσική σήμερα με την ίδια ευκολία που τον είχε αλλάξει και η κασέτα πριν από περίπου σαράντα χρόνια.
Υπάρχουν κάποιες ιδιαιτερότητες της κασέτας όμως που δεν παραδόθηκαν ποτέ, παρά έμειναν χαρακτηριστικές λεπτομέρειες εκείνων των δεκαετιών. Κατ' αρχήν ο αναλογικός της ήχος. Η σκιαγράφηση του αναλογικoύ ήχου βασίζεται κυρίως στα ηλεκρομαγνητικά κύμματα κι ως εκ τούτου η αρχιτεκτονική δομή αναπαραγωγής του διαφέρει κατά πολύ από τον ψηφιακό. Βασική διαφορά του είναι ότι, αν και περιορίζεται μέσα σε ένα περιορισμένο πάνελ συχνοτήτων , η σφαιρικότητα της μετάδοσης του, αποτυπώνεται στον "αντιληπτικό φλοιό" του δέκτη-ακροατή σαν βιωματικό ίχνος και όχι σαν μια αποστειρωμένη πληροφορία, λόγο του ότι όλη η δομή ενός αναλογικού σχεδίου βασίζεται πάνω στο ίδιο το γεγονός-ίχνος της συχνότητας και όχι στην απόκωδικοποίηση της πληροφορίας σε ένα ίχνος-είδωλο όπως συμβαίνει με τον ψηφιακό ήχο. Γι αυτό το λόγο άλλωστε όταν κάνουμε εγγραφή μιας κασέτας, αυτό πρέπει να συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο παραγωγής του ήχου ή των ηλεκτρομαγνητικών κυμμάτων που πηγάζουν από αυτόν. Κατά δεύτερον, το βιομηχανικό κέλυφος της το οποίο είναι ένα κουτί μέσα στο οποίο περιστρέφεται η μαγνητοταινία. Αποτελείται εξ ολοκλήρου από ένα σκληρό, πλαστικό υλικό, που θέλει εκατοντάδες χρόνια για να λιώσει, πράγμα που σημαίνει, ότι όσες δεν έχουν ανακυκλωθεί ή καεί σε χωματερές, βρίσκονται ακόμα σε πατάρια, μέσα σε σακούλες σε σκονισμένα υπόγεια σαν μια παράδοξη κληρονομιά της γενιάς που μόλις πέρασε. Λόγο της βιομηχανικής χρήσης της κασέτας όχι ως αυτόνομος μηχανισμός αλλά ως το αποθηκευτικό μέρος πιο περίπλοκων μηχανισμών αναπαραγωγής ήχου, το σχήμα της είχε μια γεωμετρική παγκόσμια σταθερά αναλογιών και με βάση αυτές τις αναλογίες κατασκευάζεται μέχρι και σήμερα, σε πολύ μικρές παραγωγές πια.